Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Εφικτή η παρακράτηση φόρου του 15% επί των παραστάσεων στα δικαστήρια


Του 
Δημήτρη Μάρδα*

Η απώλεια των εσόδων του κράτους είναι δεδομένη, στην περίπτωση μη καταβολής (προ της δίκης) εκ μέρους των δικηγόρων φόρου της τάξης του 15% επί των παραστάσεων στα δικαστήρια. Αυτή η πρόβλεψη έχει ενσωματωθεί στις τελευταίες τροπολογίες του φορολογικού νομοσχεδίου, που θα ψηφιστεί κατ’ άρθρο σήμερα Τετάρτη.
Η εν λόγω παρακράτηση του 15% αναφέρεται στην κατώτατη αμοιβή που προβλεπόταν, ανά παράσταση βάσει των έως σήμερα ισχυουσών διατάξεων. Η κατώτατη αμοιβή αντικαθίσταται, με τις νέες φορολογικές τροπολογίες, από την «ελάχιστη νόμιμη αμοιβή». Η τελευταία μπορεί να αλλάξει προς τα πάνω ή το αντίθετο, εφόσον υπάρξει συμφωνητικό μεταξύ πελάτη και δικηγόρου. Ως εκ τούτου η  «ελάχιστη νόμιμη αμοιβή», παίζει στην ουσία το ρόλο της ενδεικτικής τιμής.
*Ο κ. Μάρδας είναι αν. Καθηγητής 
του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών 
του ΑΠΘ
Η συνέχεια με κλικ στα ΣΧΟΛΙΑ

2 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΤΟΥ κ. ΜΑΡΔΑ
    Εδώ τέθηκε το ακόλουθο ζήτημα: Εφόσον καταργούνται τα εν λόγω κατώτατα όρια –καθώς η έως σήμερα ισχύουσα συγκεκριμένη ρύθμιση προσκρούει στην κοινοτική νομοθεσία– τότε δικαιολογημένα οι νέες τροπολογίες του φορολογικού νομοσχεδίου καταργούν την προκαταβολή του φόρου του 15%.
    Αυτή η θέση είναι όμως λάθος, αφού ο όρος «κατώτατη αμοιβή» ανά παράσταση στα δικαστήρια, μπορεί να αντικατασταθεί από την προαναφερθείσα «ελάχιστη νόμιμη αμοιβή». Αναλυτικότερα:
    1- Η ύπαρξη της «ελάχιστης νόμιμης αμοιβής» ανά παράσταση, μπορεί να οδηγήσει στην παρακράτηση φόρου (πριν τη δίκη), ίσου με το 15% της εκάστοτε «ελάχιστης νόμιμης αμοιβής», σύμφωνα με τα έως σήμερα ισχύοντα.
    2- Στο τέλος της χρονιάς (ή κάθε τριμήνου), με την εκκαθάριση, κάθε δικηγόρος θα αποδίδει στην εφορία ή θα εισπράττει από εκεί την όποια διαφορά ανάμεσα στην «ελάχιστη νόμιμη αμοιβή» και σε εκείνη που συμφώνησε με τον πελάτη του.
    3- Όσοι δικηγόροι υιοθετήσουν την «ελάχιστη νόμιμη αμοιβή», ανά υπόθεση θα κλείνουν τα βιβλία τους στο τέλος της χρονιάς, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες.
    Συμπέρασμα: Μπορούν να ισχύουν και στην περίπτωση των «ελάχιστων νόμιμων αμοιβών», τα όσα ίσχυαν και παλαιότερα με τις κατώτατες αμοιβές.

    Επίσης τέθηκε ένα δεύτερο ζήτημα: Εφόσον οι «ελάχιστες νόμιμες αμοιβές», δεν είναι δεσμευτικές και εφόσον έχει επιβληθεί ο ΦΠΑ στις εν λόγω συναλλαγές (που επιβαρύνει τον καταναλωτή σε τελική ανάλυση), γιατί ο ενδιαφερόμενος πελάτης να μην συμφωνήσει σε μια εικονική τιμή χαμηλότερη της «ελάχιστης νόμιμης αμοιβής»;
    Η υποτιμολόγηση αυτή μπορεί να λάβει χώρα ή καλύτερα θα είναι το σύνηθες, εκτός αν προβλεφτούν κάποια κίνητρα υπέρ του φορολογουμένου. Τα κίνητρα αυτά μπορεί να σχετίζονται με υψηλές φορολογικές εκπτώσεις, λόγω δαπανών για δικηγόρους. Πιο συγκεκριμένα, κατά τα ισχύοντα (μετά τις τροπολογίες του Απριλίου 2010), οι δαπάνες για δικηγόρους εκπίπτουν από το φόρο κατά 20% μόνο. (βλ. αριθμό 041-042 του σχετικού τίτλου της φορολογικής δήλωσης του 2010). Έτσι σε μια αμοιβή δικηγόρου για τριμελές πλημμελειοδικείο 214 ευρώ + 23%ΦΠΑ = 263,22 ευρώ η προβλεπόμενη έκπτωση είναι περίπου 52 ευρώ.
    Αν όμως η προβλεπόμενη έκπτωση αυξηθεί στο 60% ή ακόμη στο 100%, τότε ο φορολογούμενος δε θα έχει λόγο να δεχθεί ένα υποτιμολογημένο παραστατικό για την οποιαδήποτε υπηρεσία εκ μέρους ενός δικηγόρου.
    Οπότε στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται η αύξηση των εσόδων του προϋπολογισμού από τις υπό εξέταση παρεχόμενες υπηρεσίες.
    Η προκαταβολή του 15% από την άλλη αποτελεί εγγύηση είσπραξης φορολογικών εσόδων, χωρίς την οποιαδήποτε μελλοντική προσδοκία για περαίωση εκ μέρους των δικηγόρων. ΤΕΛΟΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή