Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Ο Δημήτρης Κωνσταντάρας γράφει για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου

Ζωή Κωνσταντοπούλου: Το… φόβητρο της Βουλής



Του 
Δημήτρη 
Κωνσταντάρα

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν έχει ακόμη συμπληρώσει χρόνο ως βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και έχει «καταφέρει» να ασχολούνται όλοι μαζί της, να μην την θέλει κανείς βουλευτής άλλου κόμματος κοντά του στην τηλεόραση, να εκνευρίζονται όλοι όταν παίρνει το λόγο στις επιτροπές της Βουλής και γενικά να την …αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Γιατί; Γιατί μιλάει.
Αρκετές φορές μιλάει πολύ, άλλες φορές «ξεφεύγει» και είναι πολύ επιθετική, χρησιμοποιεί «κακές λέξεις» - με την κοινοβουλευτική έννοια δηλαδή- διακόπτει κάθε φορά που βρίσκει ευκαιρία, «πετάγεται» μέσα σ΄όλα, εκνευρίζει τους άλλους με αποτέλεσμα να κατηγορείται σφοδρότατα –κυρίως από την παλιά φρουρά» των Κοινοβουλευτικών - ότι ξεπερνά τα όρια, ξεφεύγει από την «κοινοβουλευτική τάξη», δημιουργεί νέα πρότυπα και νέους κανόνες και δεν σέβεται πρόσωπα και «καταστάσεις».
Η αλήθεια είναι ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου τα κάνει όλα αυτά. Αυτό που δεν ξέρω είναι αν έχει δίκιο ή άδικο να συμπεριφέρεται έτσι όπως συμπεριφέρεται, αν αυτοί εναντίον των οποίων καταφέρεται έχουν δίκιο να διαμαρτύρονται, αν τα κοινοβουλευτικά «εεσκαμμένα» καλώς υπάρχουν και δεν πρέπει ποτέ να ξεπερνιώνται, αν ο καθωσπρεπισμός του κοινοβουλίου ορθώς υπαγορεύει κάποιους κανόνες, αν οι παρουσιαστές των εκπομπών της τηλεόρασης αντιδρούν από τη συμπεριφορά της ή αν την επιλέγουν γι αυτήν, αν το κόμμα της θεωρεί ότι κάνει καλά τη δουλειά της, αν είναι αποτελεσματική….διότι όλα – όπως ξέρετε- κρίνονται εκ του αποτελέσματος.
Γεννημένη στην Αθήνα, το 1976, κόρη ενός σπουδαίου πολιτικού – του Νίκου Κωνσταντόπουλου- και μιας σπουδαίας δημοσιογράφου – της Λίνας Αλεξίου- η Ζωή είναι δικηγόρος, μέλος των Δ.Σ. Αθηνών και Νέας Υόρκης, ειδικευμένη στο Eθνικό, Ευρωπαϊκό και Διεθνές Ποινικό Δίκαιο και στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και έκανε το μεταπτυχιακό της στη Σορβόννη, με αντικείμενο το Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο και την Αντεγκληματική Πολιτική στην Ευρώπη. Σε μια συνέντευξη που μού έδωσε για το περιοδικό Crach, τα ρώτησα : «Δέχεστε επικρίσεις για την «συμπεριφορά» σας στη Βουλή επειδή μιλάτε πολύ, διακόπτετε και δεν συμμορφώνεστε με παρατηρήσεις που σας γίνονται. Οφείλεται αυτό στο χαρακτήρα σας ή πρόκειται για τακτική για να αντιμετωπίσετε ενδεχόμενο «εχθρικό» κλίμα;». Και μου απάντησε:
«Νομίζω ότι δεν κάνω τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό που θα έκανε ο κάθε πολίτης. Δεν ζήτησα την ψήφο των συμπολιτών μου για να παρακολουθώ «σεμινάρια» από εκείνους που κατέστρεψαν τη χώρα και συνεχίζουν να μας οδηγούν στον όλεθρο, γαντζωμένοι στην εξουσία. Δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να μην ρωτήσω αυτά που πρέπει και να μην αντιδράσω όταν πρέπει, στο όνομα μιας υποκριτικής πολιτικής ορθότητας, που προστατεύει εκείνους που ασύδοτα και αμετροεπώς περιαυτολογούν την ίδια ώρα που κανιβαλίζουν τις ζωές μας.
Ο απλός βουλευτής έχει τις περισσότερες φορές από 5 έως 7 λεπτά για να τοποθετηθεί για τα πιο σοβαρά νομοσχέδια. Οι Υπουργοί μπορούν να μιλούν όποτε θέλουν από 20 λεπτά. Ο Προεδρεύων της συνεδρίασης μπορεί να μην ανοίγει καν το μικρόφωνο στον βουλευτή που ζητεί το λόγο για να παρέμβει, με αποτέλεσμα να διαστρεβλώνεται εντελώς η εντύπωση για το περιεχόμενο και την ουσία της συζήτησης.
Νομίζω ότι είναι πιο σημαντικό να διεκδικείς να ακουστεί τουλάχιστον η πραγματικότητα, από το να δίνεις την εικόνα του καλού και υπάκουου βουλευτή. Οι καλοί και υπάκουοι καταχειροκροτούσαν τον κ. Παπακωνσταντίνου, τον κ. Παπανδρέου, τον κ. Βενιζέλο όταν κατέστρεφαν τη χώρα. Το ίδιο κάνουν σήμερα με τον κ. Σαμαρά και τον κ. Στουρνάρα. Και προχθές υπάκουα ψήφισαν μόνον σε μια κάλπη, παραβιάζοντας το Σύνταγμα και τη μυστική ψηφοφορία, για να προστατεύσουν τον κ. Βενιζέλο από τη διερεύνηση των ποινικών του ευθυνών. Προτιμώ να μην ενσωματωθώ ποτέ σε μια τέτοια κατηγορία βουλευτών..».
Και δεν πρόλαβε να ξεκινήσει τις εργασίες της η Προανακριτική Επιτροπή για τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου όταν είχαμε το πρώτο επεισόδιο, αφού λίγο μετά την εκλογή Προεδρείου δημιουργήθηκε ένταση με πρωταγωνίστρια, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου η οποία απηύθυνε μομφή στον εκλεγέντα Πρόεδρο Χρήστο Μαρκογιαννάκη, για αναξιοπιστία και μεροληψία, με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του στον Τύπο ότι κάποιοι θα επιδιώξουν να μετατρέψουν την Επιτροπή σε «αρένα».
Στη συνέχεια, κατάφερε να συγκρουστεί και με τον αντιπρόεδρο Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη με αφορμή μια «καταγγελία» της πως οι προανακριτικές επιτροπές από το παρελθόν έως πρόσφατα δεν είχαν ποτέ αποτέλεσμα. Ο κ. Βαρβιτσιώτης της… θύμισε πως ο πατέρας της, Νίκος Κωνστανόπουλος , ήταν εξ αυτών που είχαν αθωώσει τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Αλλά και την προηγούμενη μέρα, σε συνέντευξη τύπου, η Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε καταγγείλει πως υπάλληλος του ΣΔΟΕ κατέθεσε στη Δικαιοσύνη πως το ΔΝΤ ήξερε περί της λίστας και απέτρεπε δημοσίους υπαλλήλους να την αναζητήσουν, παραπέμποντας στην Ελληνική Κυβέρνηση.
Η υπόθεση της κοινοβουλευτικής και της τηλεοπτικής συμπεριφοράς της κυρίας Κωνσταντοπούλου έχει δυο «αναγνώσεις». Δεν ξέρω πώς εσείς κρίνετε τη Ζωή Κωνσταντοπούλου στη Βουλή και την τηλεόραση τους τελευταίους μήνες που – είμαι σίγουρος- την παρακολουθείτε αλλά η κρίση σας έχει – ή καλύτερα θάπρεπε να έχει- γνώμονα και την απάντηση στο ερώτημα: «Πως θέλετε το σημερινό Έλληνα βουλευτή»;
Μπορεί κι εγώ να έχω εκνευριστεί αρκετές φορές από τον τρόπο που αντιδρά, φέρεται και μιλά η κυρία Κωνσταντοπούλου και να πιστεύω ότι κάπου, χρειάζεται κάποιο «φρένο». Αλλά – για να πω τη μαύρη μου αλήθεια- προτιμώ βουλευτές σαν την Κωνσταντοπούλου που μιλάνε -έστω κι αν με εκνευρίζουν- παρά βουλευτές και βουλευτίνες που κάθονται στα έδρανα , ξύνουν τα νύχια τους και γράφουν τα… απομνημονεύματά τους ή παίζουν… τρίλιζα και σουντόκου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου