Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

Θα ήθελα να (μην) ξεχάσω...

*** Ο αποστολέας του e-mail
είναι εθελοντής δασοπυροσβέστης
και το κείμενο που ακολουθεί
είναι γραμμένο
από έναν από τους συναδέλφους του.

21/8/2007
Οι εφημερίδες: «
Σημειώνεται ότι δεν υπήρξαν σοβαροί τραυματισμοί λόγω της πυρκαγιάς πλην ενός πυροσβέστη ο οποίος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο
Σισμανόγλειο με αναπνευστικά προβλήματα
»…
Είναι πολύ παράξενο να διαβάζεις τη ζωή σου μέσα από την αποστειρωμένη
λογική της δημοσιογραφίας…

Θα ήθελα να ξεχάσω
τα 3-4 πρόβατα που δεν προλάβαμε να βγάλουμε από το μαντρί και τα
ακούγαμε να σκούζουν καθώς μας πλησίαζε η φωτιά, και εκείνο το σκυλάκι
που παρέμεινε σιωπηλό και δεμένο μέχρι τη στιγμή που πανικόβλητο
κατάλαβε ότι δεν υπάρχει σωτηρία.. τα αφεντικά του λείπαν διακοπές και
κανείς δεν μας ειδοποίησε για αυτό..
Θα ήθελα να ξεχάσω
τα πουλιά που δεν προλάβανε να φύγουν απο τα πεύκα καθώς γινόντουσαν
παρανάλωμα του πυρός και τα είδα στον αέρα να φτερουγίζουν για λίγο
και ύστερα να πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα..
Θα ήθελα να ξεχάσω
τα τρομαγμένα πρόσωπα των συναδέλφων μου όταν είδαμε τις 50μετρες
φλόγες να μας ζώνουν από παντού
Θα ήθελα να ξεχάσω
τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των ιδιοκτητών όλων των σπιτιών τριγύρω μας
όταν άρχισαν να γλύφουν τα σπίτια τους οι φλόγες
Θα ήθελα να ξεχάσω
όλους αυτούς που ήρθαν με τζιπάκια κάνοντας χειρόφρενα και πατώντας
γκάζι μόνο και μόνο για να απολαύσουν το θέαμα, χωρίς να μας βοηθάνε
όταν τα ρουθούνια μας τρέχαν κατράμι και μασούσαμε στάχτη,
Θα ήθελα να τους ξεχάσω
όταν προσπαθούσαμε να φύγουμε κόβωντας μάνικες και δεν μπορούσαμε
επειδή είχαν δημιουργήσει κυκλοφοριακό κομφούζιο μπροστά μας
Θα ήθελα επίσης να ξεχάσω
όλους αυτούς που πίναν καφέ και μας ειρωνεύονταν την ώρα που δίναμε
και ίσα που κρατούσαμε την ψυχή μας
Θα ήθελα να ξεχάσω
αυτούς που τραβούσαν πανικόβλητοι τις εγκαταστάσεις μας και μας άφηναν
εκτεθειμένους στις φλόγες
Θα ήθελα να ξεχάσω
τις πανικόβλητες φωνές συναδέλφων στον ασύρματο όταν τους κύκλωνε η
φωτιά
Θα ήθελα να ξεχάσω
αυτή τη λαίλαπα που δεν υπήρχε τρόπο να φρενάρεις και λαίμαργα κατάπιε
τις όμορφες περιοχές που κάποτε χαρήκαμε ώς παιδιά και τα παιδιά μας
δεν θα ξέρουν ότι υπήρχαν

Μα δεν θα ξεχάσω
εκείνους τους χειριστές των ελικοπτέρων που τελευταία στιγμή μας
δημιούργησαν δίοδο διαφυγής μέσα από τους θεόρατους τοίχους φωτιάς που
μας περιτριγύρισαν
Μα δεν θα ξεχάσω
τους συνάδελφους απο Αταλάντη που ήρθαν να μας βοηθήσουν σε μια ξένη
για αυτούς περιοχή
Μα δεν θα ξεχάσω
όλες τις κυβερνήσεις έως τώρα που επιτρέπουν σε οικοπεδοφάγους να
χτίζουν, που αντιμετωπίζουν με αναλγησία τους εμπρησμούς και
κοροϊδεύουν τους Εθελοντές.
Μα δεν θα ξεχάσω
το κράτος που ούτε γάντια δεν μας έδωσε, πόσο μάλλον ένα ευχαριστώ,
για να μην θίξει την επιτηδευμένη ανικανότητα του μπροστά στα
συμφέροντα.
Μα δεν θα ξεχάσω
ότι καταφέραμε 4 παιδιά με 1 όχημα να σταματήσουμε ένα μέτωπο 500
μέτρων, να σώσουμε 5 σπίτια και μερικά πρόβατα.. Θα βοηθήσει να
μπορέσω να κοιμηθώ όταν θα γυρίζουν οι εικόνες φρίκης στο μυαλό μου.
Μα δεν θα ξεχάσω
την όμορφη τραυματιοφορέα που μου συμπαραστάθηκε όταν δεν είχα
αναπνοή, τους έμπειρους γιατρούς που πέσαν πάνω μου και μου ξαναδώσαν
μέλλον, καθώς και το νοσηλευτικό προσωπικό που ξεχείλιζε απο ανθρωπιά
και καλοσύνη.
Σας ευχαριστώ.

Και δεν θα ξεχάσω
να λέγομαι ακόμα άνθρωπος και να χρωστάω στη φύση ένα μεγάλο συγγνώμη
για όλες τις καταστροφές που της έχει προξενήσει το είδος μου.
Η απορία μου είναι:
οι βίλες που θα χτίσετε θα έχουν νόημα εάν δεν υπάρχει πια πράσινο γύρω
σας;
Όταν ο αέρας θα μυρίζει στάχτη και θα σου καίει τους πνεύμονες,
πώς διάολο θα αναπνέετε εσείς κει πάνω και εμείς εδώ κάτω;
Πώς περιμένω απο ένα κράτος με στημένες εκλογές και προκάτ κόμματα να
δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον απο τις στάχτες που έχουν γεμίσει τα
πνευμόνια μου...
Λίγη στάχτη στα μαλλιά...
Δολοφόνοι...

Υ/Γ Γραμμενο από τον συνάδελφό μου Νίκο Φιλιππόπουλο όπου πλάϊ - πλάϊ μόνοι μας δίναμε μάχη με το μέτωπο της φωτιάς.

Το «διάγγελμα» ενός πολίτη που ΔΕΝ κάηκε


Του
Νίκου Τσαγκαντάκη

«Αγαπητή εξουσία (νυν, τέως και επόμενη),

Η χώρα ζει από την περασμένη Παρασκευή μια ανείπωτη εθνική τραγωδία. Τραγωδία που δεν περιγράφεται με λόγια. Τραγωδία που, με οδύνη, βιώνουμε όλοι μας.

Για μια ακόμη φορά, θέλω να εκφράσω την απογοήτευση, την οργή και την αγανάκτησή μου προς όλους εσάς που κάθε παραμονές εκλογών υπόσχεστε που την επομένη θα ζήσουμε σε μία καλύτερη Ελλάδα. Και αυτή η «μάχη» σας συνεχίζεται.

Κατανοώ ότι ζώντας στην «ασφάλεια»(;) της Αθήνας και έχοντας το… προνόμιο να παρακολουθώ τη βιβλική καταστροφή από τον καναπέ του σπιτιού μου, είναι εύκολο και ίσως απλοϊκό να ρίχνω το ανάθεμα δεξιά και αριστερά. Άλλωστε, είναι εύκολο να ρίχνεις αλλού τις ευθύνες, αν και υποψιάζομαι ότι αυτό το γνωρίζετε από πρώτο χέρι…

Κατανοώ, επίσης, ότι μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν μπορεί να έχει διαθέσιμο έναν πυροσβέστη σε κάθε αυλή, ούτε ένα καναντέρ που θα περιπολεί επί 24ωρου βάσεως πάνω από την ταράτσα μου. Έτσι εντελώς καλοπροαίρετα θα ζητήσω κάτι απλούστερο, αλλά συνάμα και εξαιρετικά δύσκολο: απαντήσεις. Ρωτώ, λοιπόν:

-Γιατί μου είπατε ψέματα ότι το φετινό καλοκαίρι θα είμαστε έτοιμοι για παν ενδεχόμενο;
-Γιατί αφού ως κράτος δεν έχουμε επαρκείς πόρους, αφήσατε ανέπαφα από το 2000 33.000.000 εκατομμύρια ευρώ κοινοτικών κονδυλίων που προορίζονταν για τη δασοπροστασία;
-Γιατί αφήσατε ανεξέλεγκτες τις χιλιάδες παράνομες χωματερές να μολύνουν το νερό και την τροφή μου πριν γίνουν η δάδα που θα κάψει την επόμενη… Πελοπόννησο;
-Γιατί δεν με προστατεύσατε και με αφήσατε έρμαιο στις ορέξεις κάθε οικοπεδοφάγου που ορέγεται εκτάσεις-φιλέτα, κάθε πυρομανή που ηδονίζεται να βλέπει ένα δάσος να λαμπαδιάζει ή ακόμα χειρότερα βορά στα σχέδια του όποιου «εχθρού» θέλει το κακό το δικό μου και της χώρας μου;
-Γιατί δεν εκπαιδεύσατε τους πολίτες σας να σέβονται το περιβάλλον ( ή να σκοτώνονται στα τροχαία ή να ανακυκλώνουν ή, ή, ή…);
-Γιατί δεν επαρκούν οι φόροι που πληρώνω(-ουμε) για να έχω επαρκή δασοπυρόσβεση, σύγχρονη παιδεία και νοσοκομεία χωρίς ράντζα;

Αν δεν θέλετε να απαντήσετε σε μένα, θα το καταλάβω. Αλλά τουλάχιστον απαντήστε σε όλους εκείνους τους Έλληνες που έχασαν όχι απλά τους κόπους μιας ζωής –αυτά ξαναφτιάχνονται- αλλά και αγαπημένα πρόσωπα. Σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που έγιναν οι μοιραίοι πρωταγωνιστές της σύγχρονης ελληνικής Πομπηίας. Και σκεφθείτε τι από τα παραπάνω πράξατε…

«Την οργή των νεκρών να φοβάστε και των βράχων τ’ αγάλματα!»
(Οδυσσέας Ελύτης, “Άξιον Εστί”, - ‘Τα Πάθη, Γ΄’)